ΨΩΜΙ ἤ MΠΑΠ; Σχέση ἀμφίρροπη (Ζωή, Λατρεία καὶ Εὐχαριστία στὴν Κορεατικὴ Ὀρθοδοξία)

 

Ἐὰν ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου δὲν γινόταν στὴν Παλαιστίνη τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, ἀλλὰ στὴν Ἄπω Ἀνατολὴ θὰ εἶχε, ἆραγε, ἀντικατασταθεῖ ὁ Εὐχαριστιακὸς Ἄρτος μὲ τὴν καθημερινὴ τροφὴ τῶν κατοίκων τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, ποὺ εἶναι, ὡς γνωστόν, ρύζι σὲ μορφὴ πιλαφιοῦ; Καὶ πῶς θὰ εἶχε διατυπωθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ Οὐράνιου Ἄρτου (βλ. π.χ. Ἰω. 6: 26-60);

Πρὶν νὰ ἀποτολμήσουμε ὁποιαδήποτε ἀπάντηση, θεωροῦμε σκόπιμο νὰ ἀναφέρουμε ὡρισμένα στοιχεῖα γιὰ τὴν σχέση τῶν Ἀσιατῶν καὶ δὴ τῶν Κορεατῶν μὲ τὸ ρύζι[1].

 

ΤΟ ΡΥΖΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ

Ὁ κορεατικὸς πολιτισμὸς λέγεται καὶ πολιτισμὸς τοῦ ρυζιοῦ. Καὶ αὐτὸ γιατὶ τὸ ρύζι εἶναι τὸ κυρίαρχο στοιχεῖο τῆς ζωῆς τῶν Κορεατῶν, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ ἑξῆς:

Κατ᾽ ἀρχήν, ἡ κύρια καθημερινὴ τροφὴ (πρόγευμα, γεῦμα καὶ δεῖπνο) ἀποτελεῖται ἀπὸ ρύζι ἀτμοῦ τὸ λεγόμενο μπάπ (밥). Ἔπειτα ἡ πλειονότητα τῶν φαγητῶν εἶναι: ρύζι ἀνακατεμένο μὲ λαχανικά, κρέας, αὐγό κ.ἄ. (비빔밥 μπιμπιμπάπ), ρύζι μὲ κοτόπουλο σούπα (삼계탕 σαμκιετάνγκ), ρύζι μὲ χοιρινό σούπα (지국밥  ντοεζικουκμπάπ), ρύζι τυλιγμένο μὲ φύκια (김밥 κιμπάπ), καὶ γενικῶς ρύζι μὲ… Ἔτσι ὑπάρχουν πάμπολλες ὀνομασίες φαγητῶν μὲ ρύζι καὶ πολλοὶ τρόποι παρασκευῆς του.

Γιὰ νὰ γίνει περισσότερο κατανοητὸ πόσο πολὺ οἱ διατροφικὲς συνήθειες τῶν Κορεατῶν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ρύζι, θὰ προσθέσουμε μόνον ὅτι ἐὰν τὸ φαγητό τους δὲν περιέχει ρύζι, αἰσθάνονται ὅτι δὲν ἔχουν φάει ὁλοκληρωμένο γεῦμα, ὅπως γιὰ τοὺς μεσογειακοὺς λαοὺς εἶναι λειψὸ τὸ φαγητὸ χωρὶς ψωμί. Ἐπίσης ἡ πρόσκληση σὲ κάποιον γιὰ νὰ βγοῦν ἔξω γιὰ φαγητὸ εἶναι: “πᾶμε νὰ φᾶμε μπάπ (=ρύζι)”, ἀντίστοιχο δηλαδὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοξενίας, ποὺ σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας ἐκφράζεται μὲ τὸ: “κάθισε στὸ τραπέζι μας νὰ φᾶμε ψωμί”.

Τὸ ρύζι ὅμως ἐκτὸς ἀπὸ φαγητὸ χρησιμοποιεῖται ὡς πρώτη ὕλη καὶ γιὰ τὰ παραδοσιακὰ κορεατικὰ ποτὰ (소주 σότζου, 막걸리 μάκολι, 가아님 καανίμ, κ.ἄ.), τὰ ἀναψυκτικὰ (식혜 σίκχιε, κ.ἄ.) καὶ τὰ γλυκά (떡 τόκ, 약과 γιάκγκοα, κ.ἄ.).

Ἀλλὰ οἱ Κορεάτες χρησιμοποιοῦν τὸ ξηρὸ στέλεχος τοῦ ρυζιοῦ (짚 ἄχυρο) γιὰ τροφὴ τῶν ζώων καὶ γιὰ τὴν κατασκευὴ ἀδιάβροχων, παπουτσιῶν (짚신 ζίπσιν), καπέλων (밀짚모자 μιλζίπμοζα), στρωμάτων, σκεπασμάτων, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ὀροφὴ (초가지붕 τζοκαζιμπούνγκ) καὶ τοὺς τοίχους (토벽 τομπιὸκ) τῶν σπιτιῶν τους (πλίνθοι ἀπὸ πηλὸ μὲ ἄχυρο ρυζιοῦ), ἀλλὰ καὶ γιὰ οἰκειακὰ σκεύη, ἐργαλεῖα κ.ἄ.

Τὶς παραπάνω ἀναφερόμενες χρήσεις τῶν παραγώγων τοῦ ρυζιοῦ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὶς δεῖ νὰ ἐπιβιώνουν σήμερα σὲ κάποια ἀπομονωμένα χωριά, ἐνῶ στὶς πόλεις οἱ ἐν λόγῳ χρήσεις ἔχουν καταργηθεῖ λόγῳ τῆς ἐξέλιξης καὶ τῆς τεχνολογίας.

Καὶ βέβαια μπορεῖ κανεὶς νὰ φαντασθεῖ τὸ πλῆθος τῶν ἰδιωματισμῶν, παροιμιῶν, ἱστοριῶν, τραγουδιῶν, παραδοσιακῶν γιορτῶν, ἐθίμων καὶ  λοιπῶν λαογραφικῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς κύρια πηγὴ ἔμπνευσής τους τὸ ρύζι.

 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ

Κατ᾽ ἀρχὴν εἶναι ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα μας νὰ σημειώσουμε ὅτι στὴν κορεατικὴ γλῶσσα δὲν ὑπάρχει οὔτε κἄν λέξη γιὰ τὸ ψωμὶ δυτικοῦ τύπου. Ἡ λέξη πάνγκ (빵) ποὺ χρησιμοποιεῖται σήμερα εἶναι πορτογαλικῆς προέλευσης (pan). Ἔφθασε στὴν Κορέα μέσῳ Ἰαπωνίας τὸν 16ο αἰ., κατὰ τὴν Δυναστεία Τζόσον, ὅπως κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἔγιναν γνωστὰ κι ἄλλα δυτικὰ προϊόντα στὴν Κορέα (π.χ. ἡ πατάτα καὶ ἡ γλυκοπατάτα). Τὸ ψωμί, ὅπως τουλάχιστον τὸ γνωρίζουν ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ οἱ κάτοικοι τῶν μεσογειακῶν καὶ παραμεσόγειων περιοχῶν,  μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγες δεκαετίες ἦταν στὴν Κορέα ἐντελῶς ἄγνωστο. Στὴν οὐσία οἱ Κορεάτες ἦρθαν γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ψωμὶ κατὰ τὸν κορεατικὸ πόλεμο (1950-1953). Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ γιὰ ἄλλα δυτικὰ προϊόντα (π.χ. τὸν καφέ, τὴν μπύρα, τὸ βούτυρο, τὸ τυρί, τὴν σοκολάτα, τὸ παγωτό, κ.ἄ.), τὰ ὁποῖα ἔφεραν στὴν Κορέα οἱ στρατιῶτες τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν (O.H.E). Παρ᾽ ὅλο ὅτι τὸ ψωμί, ὅπως προαναφέραμε, ἦταν ἄγνωστο στὴν Κορέα, ἐν τούτοις τὸ σιτάρι, καὶ μάλιστα καλῆς ποιότητας, ἦταν ἀπὸ παλαιὰ γνωστό. Τὸ περίεργο ὅμως εἶναι ὅτι τὸ σιταρένιο ἀλεύρι ἐλάχιστα χρησιμοποιεῖται στὴν παραδοσιακὴ κορεατικὴ κουζίνα. Καὶ μάλιστα σὲ σχέση μὲ τὸ ρύζι θεωρεῖται δευτέρας κατηγορίας προϊόν. Ἔτσι ἀπὸ παλιὰ οἱ φτωχοὶ γιὰ νὰ χορτάσουν τὴν πεῖνα τους χρησιμοποιοῦσαν ἀλεύρι ἀπὸ κριθάρι καὶ σιτάρι φτιάχνοντας διάφορα φτηνὰ φαγητά, ὅπως π.χ. ἕνα εἶδος ψωμιοῦ (개떡 καιτόκ), σούπα μὲ κομμάτια ζυμάρι (수제비 σουζαιμπί), σούπα μέ μακαρόνια (칼국수 καλκουκσοὺ) κ.ἄ. Χαρακτηριστικὸ τῆς σχέσεως τῶν Κορεατῶν μὲ τὸ ψωμὶ εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς, ὅπως μοῦ τὸ διηγήθηκε Κορεάτισσα καθηγήτρια πανεπιστημίου: Ἑπτὰ μῆνες μετὰ τὴν ἄφιξή της στὴν Ἑλλάδα γιὰ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς δοκίμασε μὲ δυσκολία γιὰ πρώτη φορὰ ψωμί!

Θεωροῦμε σκόπιμο, ἐν συνεχείᾳ, νὰ σημειώσουμε ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ψωμιοῦ μεταξὺ μεγαλύτερων καὶ νεώτερων στὴν ἡλικία Κορεατῶν. Γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν νεωτέρων ἔχουν ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία γευθῆ ψωμί, λόγῳ τῆς εἰσβολῆς κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ στὴν χώρα τους, ἤ ἐπειδὴ ἔχουν ταξιδέψει ἤ ἔχουν σπουδάσει στὸ ἐξωτερικό. Καὶ βέβαια πρέπει νὰ διευκρινίσουμε ὅτι στὰ κορεατικὰ σπίτια καὶ ἑστιατόρια ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ὑπάρχει ψωμί, οὔτε φοῦρνος στὴν γειτονιὰ γιὰ νὰ πεταχτεῖς νὰ ἀγοράσεις ψωμί. Στὰ διάφορα καταστήματα (κατὰ κύριο λόγο γαλλικοῦ τύπου) ποὺ ξεφυτρώνουν ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ τελευταῖα, μπορεῖς βεβαίως νὰ βρεῖς παρασκευάσματα ἀπὸ ἀλεύρι ποὺ εἶναι συνδυασμὸς ψωμιοῦ καὶ γλυκοῦ ὅπως π.χ. κρουασάν, κέικς κλ.π., ἀλλὰ κανονικὸ ψωμὶ σπάνια.

 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Μέσῳ τῶν καλὰ ὀργανωμένων δυτικῶν ἱεραποστολῶν ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. κ.ἑ. ὁ Χριστιανισμὸς στὴν Κορέα ἔχει, ὡς γνωστόν, διαδοθεῖ σημαντικά. Σήμερα οἱ Χριστιανοὶ ὅλων τῶν Ὁμολογιῶν ἀποτελοῦν περίπου τὸ 30% τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της γιὰ πρώτη φορὰ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1900.

Γιὰ τὸ ὑπὸ ἐξέταση θέμα μᾶς ἐνδιαφέρει κυρίως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί, ὡς γνωστόν, ἡ μὲν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ στὴν Λατρεία της τὴν ὄστια (ἄζυμο ἄρτο), οἱ δὲ Προτεστάντες ἔχουν καταργήσει τὰ Μυστήρια.

Σὲ μιὰ κοινωνία ὅπου βασιλεύει, ὅπως νομίζουμε παρουσιάστηκε ἀνωτέρω, ἀποκλειστικὰ τὸ ρύζι, ποιὰ μπορεῖ νὰ εἶναι π.χ. ἡ σημασιολογικὴ φόρτιση τοῦ τετάρτου αἰτήματος τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς: Τὸ ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον; (Μτ. 6:11)

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καμμιὰ μετάφραση τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου στὰ κορεατικά, ποὺ ἔχει γίνει ἀπὸ τὶς διάφορες χριστιανικὲς Ὁμολογίες, δὲν ἔχει μείνει πιστὴ στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο. Ὅλοι ἔχουν μεταφράσει τὸν ἄρτο μὲ τὴν πολυσήμαντη κορεατικὴ λέξη γιανγσίκ (양식), ποὺ σημαίνει  κάθετι τὸ φαγώσιμο. Τὴν δὲ λέξη ἐπιούσιον μὲ τὴν λέξη πιριοχάν (필요한), ποὺ σημαίνει κάτι τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴν συντήρηση καὶ τὴν ὕπαρξή μας καὶ ποὺ ἴσως ἀποδίδει πιστότερα τὸν ὅρο ἐπιούσιος ἀπ᾽ ὅ,τι τὸν ἀποδίδουν εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, ὅπως π.χ. ἡ ἀγγλικὴ μὲ τὸ daily[2].

Στὴν συνέχεια στόχος μας εἶναι νὰ ἐξετάσουμε πῶς μεταφράζεται στὰ κορεατικὰ ἡ λέξη ἄρτος σὲ ἄλλα σημαντικὰ χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης[3]. Κατ᾽ ἀρχὴν θεωροῦμε σκόπιμο νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ λέξη ἄρτος, δηλαδὴ τὸ νέο μάννα, στὴν γλῶσσα τῆς Κ.Δ. ἑρμηνευόμενη γραμματολογικῶς, ἀλληγορικῶς καὶ ἐσχατολογικῶς ἔχει πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ ἀξία. Σημαίνει: α) τὸ ψωμί, β) κάθε εἶδος φαγητοῦ[4], γ) τὸν θεῖο Λόγο ἤ τὴν θ. Εὐχαριστία καὶ δ) τὸν ἄρτον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος[5]. Ἡ ὑλικοπνευματικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἄρτου εἶναι ἀπόλυτα ἐναρμονισμένη μὲ τὴν διφυῆ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ψυχοσωματικοῦ ὄντος. Γι᾽ αὐτὸ ἡ βιβλικὴ ἔννοια τῆς λέξεως ἄρτος ἀποδίδεται πιστὰ μόνο μὲ τὸν συνδυασμὸ τῆς γραμματολογικῆς καὶ τῆς ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας.

Οἱ μεταφραστὲς τοῦ κειμένου τῆς Κ.Δ. στὰ κορεατικὰ ἀκολουθοῦν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν βιβλικὴ ἔννοια τῆς λέξεως ἄρτος, ὅπως τὴν εἴδαμε ἀνωτέρω. Γιὰ νὰ ἔχουμε μιὰ σαφέστερη εἰκόνα τῆς μεταφραστικῆς ἐργασίας στὸ κορεατικὸ κείμενο τῆς Κ.Δ. χωρίσαμε τὰ σχετικὰ χωρία σὲ τρεῖς κατηγορίες:

Α) Στὴν πρώτη κατηγορία παρουσιάζονται τὰ χωρία στὰ ὁποῖα ἡ λέξη ἄρτος μεταφράζεται μὲ τὴν λέξη πάνγκ (빵), δηλαδὴ ψωμί:

         ὅν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον (Μτ. 7:9)

Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε·  καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. (Μτ.15:26­-27) Στὴν μετάφραση ἐδῶ παραμένει ὁ ἄρτος λόγῳ προφανῶς τῶν ψυχίων, ποὺ ἀκολουθοῦν στὸ κείμενο. (βλ. Μκ. 7:27)

Καὶ ἐπελάθοντο λαβεῖν ἄρτους, καὶ εἰ μὴ ἕνα ἄρτον οὐκ εἶχον μεθ᾽ ἑαυτῶν ἐν τῷ πλοίῳ (Μκ.8:14)

ἐλήλυθε γὰρ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς μήτε ἄρτον ἐσθίων (Λκ.7:33)

Καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς (Λκ.22:19) Βλ. ἐπίσης Μτ. 26:26 καὶ 1 Κορ. 11: 23,24,26-28

Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ᾽ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς (Λκ. 24:30)

ὅπου ἔφαγον τὸν ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ Κυρίου (Ἰω.6:23)

ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν (Ἰω. 6:31). Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς (Ἰω. 6:35) Ἡ λέξη ἄρτος παραμένει ἀμετάφραστη σὲ ὅλο τὸ ἕκτο κεφάλαιο.

ὁ τρώγων μετ᾽ ἐμοῦ τὸν ἄρτον (Ἰω. 13:18)

ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον (Ἰω.21:9)

ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον καὶ δίδωσιν αὐτοῖς (Ἰω.21:13)

κλῶντές τε κατ᾽ οἶκον ἄρτον (Πρ.2:46)

εἶπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ  ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν (Πρ.27:35)

τὸν ἄρτον ὅν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; (1 Κορ. 10:16, 17)

καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν (2 Κορ. 9:10) Στὴν μετάφραση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ 2005, ἡ λέξη ἄρτος στὸ χωρίο αὐτὸ καὶ στὸ ἑπόμενο μεταφράζεται ὡς φαγητό.

οὐδὲ δωρεὰν ἄρτον ἐφάγομεν (2 Θεσ.3:8).

 

Β) Στὴν δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται τὰ χωρία στὰ ὁποῖα ἡ λέξη ἄρτος μεταφράζεται μὲ τὴν λέξη ουμσίκ (음식), δηλαδὴ τροφή:

Οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν ὅταν ἄρτον ἐσθίωσιν (Μτ.15:2)

Καὶ ἔρχονται εἰς οἶκον· καὶ συνέρχεται πάλιν ὄχλος, ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν. (Μκ. 3:20)

ἀλλὰ ἀνίπτοις χερσὶν ἐσθίουσι τὸν ἄρτον; (Μκ.7:5) Βλ. ἐπίσης Μκ. 7:2

Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων τῶν Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον (Λκ.14:1)

ἵνα μετὰ ἡσυχίας ἐργαζόμενοι τὸν ἑαυτῶν ἄρτον ἐσθίωσιν (2 Θεσ. 3:12). Στὴν ρωμαιοκαθολικὴ μετάφραση ὁ ἄρτος στὸ χωρίο αὐτὸ μεταφράζεται ὡς κάτι τὸ φαγώσιμο (양식).

 

Γ) Στὴν τρίτη κατηγορία ἀνήκουν ἐλάχιστα χωρία, στὰ ὁποῖα ἡ λέξη ἄρτος ἔχει μεταφραστεῖ εἴτε ὡς θ. Εὐχαριστία εἴτε  ἄλλως:

Καὶ παρήγγειλεν αὐτοῖς ἵνα μηδὲν αἴρωσιν εἰς ὁδὸν εἰ μὴ ράβδον μόνον, μὴ πήραν, μὴ ἄρτον, μὴ εἰς τὴν ζώνην χαλκόν. (Μκ.6:8) Ἡ λέξη ἄρτος ἔχει μεταφραστεῖ μὲ τὸ μοκούλ κότ,  (먹을 것), ποὺ σημαίνει φαγώσιμο πρᾶγμα. Βλ. τὸ ἴδιο χωρίο στὸ Λκ.9:3 ὅπου ἡ λέξη ἄρτος παραμένει. Στὴν ρωμαιοκαθολικὴ μετάφραση ἡ λέξη ἄρτος καὶ στὰ δύο χωρία μεταφράζεται ὡς ψωμί.

συνηγμένων τῶν μαθητῶν κλάσαι ἄρτον (Πρ.20:7). Ἡ λέξη ἄρτος μεταφράζεται ὡς θ. Εὐχαριστία. Στὴν ρωμαιοκαθολικὴ μετάφραση ἡ λέξη ἄρτος μεταφράζεται ὡς ψωμί.

ἀναβὰς δὲ καὶ κλάσας ἄρτον καὶ γευσάμενος (Πρ. 20:11). Ἡ φράση τοῦ πρωτοτύπου κλάσας ἄρτον, ἐνῶ στὸ προηγούμενο χωρίο μεταφράζεται ὡς εὐχαριστιακὸς ἄρτος, ἐδῶ μεταφράζεται ὡς ψωμί. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ στὴν ρωμαιοκαθολικὴ μετάφραση.

 

 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝ ΚΟΡΕᾼ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

         Ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ ψωμιοῦ ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους καὶ τοὺς μικρότερους Κορεάτες, ὅπως ἤδη  ἀναφέραμε, φαίνεται καὶ στὸ πῶς ἀντιμετωπίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι Κορεάτες τὸ ψωμὶ στὴν Λατρεία.

Ἔχει πέσει στὴν ἀντίληψή μας, ὅτι οἱ μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία ἀποφεύγουν νὰ λάβουν μεγάλα τεμάχια ἀντιδώρου ἤ ἄρτου, ἐνῶ οἱ μικρότεροι δὲν ἀντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα. Ἀντίθετα μάλιστα λένε ὅτι εἶναι καὶ νόστιμο.

Ἐκτὸς τοῦ ἀντιδώρου καὶ τῆς ἀρτοκλασίας, μία ἄλλη ἐπίσης λατρευτικὴ πράξη στὴν ὁποία χρησιμοποιεῖται, ὡς γνωστόν, ὄχι παρασκευασμένο ψωμὶ ἀλλὰ σιτάρι εἶναι τὰ κόλλυβα. Στὴν ἐν Κορέᾳ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἤδη ἔχει καθιερωθεῖ νὰ τελοῦνται τὰ Μνημόσυνα μὲ ρύζι ἀντὶ τοῦ καθιερωμένου σιταριοῦ.

Κάτι ἀνάλογο ἴσως θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ γίνει καὶ στὴν  περίπτωση τῆς ἀρτοκλασίας. Θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ ἀντικατασταθῆ τὸ ψωμὶ τῆς ἀρτοκλασίας μὲ τὸ παραδοσιακὸ κορεατικὸ τόκ (떡), ποὺ παρασκευάζεται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ ρύζι[6]. Τὸ τόκ ἔχει παμπάλαια προέλευση καὶ συνοδεύει κάθε μεγάλη καὶ σπουδαία κορεατικὴ γιορτή, ἀλλὰ καὶ κάθε κοινωνικὴ ἐκδήλωση χαρᾶς (τὴν συμπλήρωση τῶν πρώτων ἑκατὸ ἡμερῶν τοῦ νεογέννητου παιδιοῦ μπαικὶλ (백일), τὰ γενέθλια σαινγκὶλ (생일), τὸν γάμο, τὰ ἐγκαίνια ἑταιρειῶν καὶ καταστημάτων, τὴν ἐγκατάσταση σὲ καινούργιο σπίτι τζιπτρὶ (집들이), κ.ἄ.). Ἐπειδὴ καὶ ἡ ἀρτοκλασία, ὡς γνωστόν, τελεῖται συνήθως σὲ μεγάλες γιορτὲς καὶ πανηγύρεις καὶ γενικῶς σηματοδοτεῖ μόνον χαρμόσυνα γεγονότα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργικοῦ κύκλου, θὰ μποροῦσε ἴσως τὸ τόκ νὰ βοηθήσει τοὺς  Ὀρθόδοξους Κορεάτες νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ νὰ βιώσουν καλύτερα τὴν χαρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς γιορτῆς στὴν ὁποία συμμετέχουν. Ἐξ ἄλλου ἤδη στὴν σχετικὴ εὐχὴ τῆς ἀρτοκλασίας στὸ κορεατικὸ ὀρθόδοξο Εὐχολόγιο ἔχει προστεθεῖ καὶ τὸ ρύζι ὡς ἑξῆς: “… εὐλόγησον τὸν ἄρτον, τὸ ρύζι, τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον”.  Ἔπειτα ἄς σημειωθεῖ, ὅτι στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ ἀρτοκλασία τελεῖται στὸν Ὄρθρο ἑορτῶν καὶ ἀκολουθεῖ ἡ θ. Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ταυτόχρονη διανομὴ μετὰ τὴν Ἀπόλυση τῆς θ. Λειτουργίας τῆς ἀρτοκλασίας καὶ τοῦ ἀντιδώρου, δὲν εἶναι αἰσθητὴ ἡ διαφορὰ τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο, διότι στὴν Κορέα ἡ ἀρτοκλασία εἶναι σκέτο ψωμί, χωρὶς δηλαδὴ ζάχαρη ἤ ἄχνη (γιατὶ στοὺς Κορεάτες, ἰδιαίτερα στοὺς μεγαλύτερους, δὲν ἀρέσουν οἱ γλυκὲς γεύσεις,) καὶ ἄλλα ποὺ ἐπινόησε ἡ λαϊκὴ σοφία σὲ ὀρθόδοξες χῶρες γιὰ νὰ τονίσει τὴν διαφορὰ ἀλλὰ καὶ τὴν γεύση.

Σχετικῶς ὅμως μὲ τὸ ἀκανθῶδες θέμα τῆς θ. Εὐχαριστίας τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ἡ βαθειὰ συναίσθηση τῶν προσερχομένων στὴν θ. Κοινωνία ὅτι μεταλαμβάνουν Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ ἐνασχόληση μὲ θέματα γεύσεως.  Ἡ πίστη καὶ ἡ βίωση τοῦ Μυστηρίου γεφυρώνουν πολιτιστικὲς διαφορὲς καὶ δημιουργοῦν κοινὲς πνευματικὲς ἐμπειρίες εἰς πάντα τὰ ἔθνη.

Ἐπίσης καὶ τὸ ἀντίδωρο δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζουμε, νὰ ἀντικατασταθεῖ μὲ τὸ ρύζι γιατὶ προέρχεται, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τὸ προσκομισμένο πρόσφορο.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θεωροῦμε σκόπιμο νὰ δώσουμε τὸν λόγο στοὺς ἴδιους τοὺς Ὀρθόδοξους Κορεάτες. Ἀπὸ συζητήσεις ποὺ εἴχαμε μαζί τους γιὰ τὸ ὑπὸ ἐξέταση θέμα διαπιστώσαμε ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι ἔχουν διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος. Τὰ συμπεράσματα τῶν συζητήσεών μας γιὰ λόγους μεθοδολογικοὺς τὰ ταξινομοῦμε στὶς ἑξῆς δύο κατηγορίες:

  1. Ἡ γεύση τοῦ ἀντιδώρου καὶ τῆς ἀρτοκλασίας εἶναι μιὰ γεύση μοναδικὴ καὶ πρωτόγνωρη γιὰ ὅσους προσέρχονται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατὶ ἡ γεύση τοῦ ψωμιοῦ ποὺ παρασκευάζεται στὰ διάφορα δυτικοῦ τύπου καταστήματα στὴν Κορέα εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὸ σπιτικὸ ζυμωτὸ πρόσφορο καὶ τὴν ἀρτοκλασία. Συνεπῶς οἱ Ὀρθόδοξοι Κορεάτες ἔχουν μιὰ ἐκκλησιαστικὴ γεύση, μιὰ ἰδιαίτερη ἐμπειρία μόνο μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. “Αὐτὸ εἶναι κάτι πολὺ ὡραῖο καὶ μᾶς ἀρέσει. ᾽Αρέσει ἐπίσης καὶ στὰ παιδιά μας, ποὺ ἔχουν συνδυάσει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ συγκεκριμένη γεύση”, μᾶς ἀνέφερε χαρακτηριστικὰ μιὰ Κορεάτισσα μητέρα.
  2. Ὅμως ἡ θετικὴ ἄποψη τῆς πρώτης κατηγορίας γιὰ ἄλλους Κορεάτες ἔχει ἀρνητικὴ διάσταση. “Τὰ πράγματα ποὺ γευόμαστε στὴν Ἐκκλησία”, μᾶς εἶπε κάποιος, “αἰσθανόμαστε βεβαίως ὅτι εἶναι ἅγια, ἀλλὰ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὰ πράγματα τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς”. Στὰ λόγια του διαπιστώνουμε τὴν ἀγωνία γιὰ τὸ πῶς θὰ γίνει ἡ ἐκκλησιαστικοποίηση τῆς καθημερινῆς πραγματικότητας. Πῶς θὰ συνεχισθεῖ, δηλαδή, ἡ ἐμπειρία τῆς λειτουργικῆς ζωῆς μετὰ τὴν Λατρεία. Πῶς τὸ Μυστήριο θὰ ἀγγίξει καὶ θὰ μεταμορφώσει τὴν ζωή τους.

Ἄς προσθέσουμε τέλος χωρὶς σχόλια καὶ τὴν πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἄποψη μιᾶς Κορεάτισσας γιὰ τὸ πρόσφορο, ποὺ γεννάει πολλοὺς προβληματισμούς: “Εἶδα στὴν Ἑλλάδα ὅτι οἱ γυναῖκες πηγαίνουν στὸν ναὸ τὸ πρόσφορο γιὰ τὴν θ. Λειτουργία μὲ ὀνόματα γνωστῶν τους γιὰ νὰ μνημονευθοῦν. Μοῦ ἄρεσε πάρα πολὺ ἡ πράξη αὐτή. Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ μάθουμε νὰ κάνουμε ἔτσι. Θέλω κι ἐγὼ νὰ φτιάχνω πρόσφορο γιὰ τὴν θ. Λειτουργία. Ἀλλά, ὅπως ξέρετε, στὰ σπίτια μας δὲν ἔχουμε φοῦρνο ἐπειδὴ γιὰ κανένα κορεατικὸ φαγητὸ δὲν χρησιμοποιοῦμε φοῦρνο”. Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Μητρόπολη Κορέας τὸ πρόσφορο τὸ παρασκευάζουν οἱ πρεσβυτέρες ἤ οἱ ἱερεῖς σὲ φούρνους ποὺ διαθέτουν οἱ ἐνορίες ἤ τὰ σπίτια τῶν ἱερέων.

* * *

Συνεπῶς ἡ ἀπάντηση στὸ ὄχι καὶ τόσο ρητορικὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο θέσαμε στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου μας, δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη καὶ ἁπλή. Θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ διατυπωθεῖ ὡς ἑξῆς:

Ἐάν, ὑποθετικὰ πάντα μιλώντας, ἡ Ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου γινόταν σὲ μιὰ μὴ μεσογειακὴ χώρα, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ξέρει μὲ ποιὰ ὑλικὴ μορφὴ θὰ μετέδιδε ὁ Χριστὸς τὸ Πανάγιο Σῶμα καὶ Αἷμα Του.

Ἡ μοναδικὴ σὲ ἱερότητα καὶ μεγίστης σωτηριολογικῆς σημασίας πράξη, ποὺ τελέστηκε στὸ ὑπερῶο τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, θὰ πρέπει νὰ γίνει σεβαστή, ὅπου κι ἄν κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ θεοσύστατο Μυστήριο τῶν Μυστηρίων,  ἡ θ. Εὐχαριστία, τὸ κορυφαῖο αὐτὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν δὲν ἀνήκουν στὴν κατηγορία τῶν μεταβλητῶν καὶ ἐξελισσόμενων στοιχείων τῆς θ. Λατρείας.

Ἄλλα ὅμως στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης Λατρείας (ἡ ἀρτοκλασία, ἡ βασιλόπιττα ἤ ἄλλες πίττες πρὸς τιμὴν διαφόρων ἁγίων), ποὺ σχετίζονται ἐκ παραδόσεως μὲ τὸν ἄρτο θὰ μποροῦσαν, νομίζουμε, νὰ μελετηθοῦν καὶ νὰ γίνει ἡ ἀντικατάστασή τους μὲ παρασκευάσματα ἀπὸ ρύζι, τὴν βασικὴ δηλαδὴ καθημερινὴ τροφὴ τῶν Κορεατῶν, γιὰ τὴν οὐσιαστικότερη σάρκωση τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν Κορεατικὸ Λαό.

 

+ Ἐπίσκοπος Ἀμβρόσιος Ζωγράφος

Μητροπολίτης Κορέας

 

 

Βημόθυρο, τεῦχος 2-3, (2010) 65-71

[1] Τὰ ἀναφερόμενα στοὺς Κορεάτες ἔχουν τὰ παράλληλά τους σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς κατοίκους τῆς Ἀνατολικῆς Ἀσίας. Στὴν παροῦσα μελέτη κάνουμε λόγο ἰδιαίτερα γιὰ τὴν Κορέα, πρῶτον γιατὶ οἱ Κορεάτες ἀπὸ τὴν Νεολιθικὴ ἤδη ἐποχὴ (8.000 π.Χ.) καλλιέργησαν τὸ ρύζι, ὅπως φαίνεται ἀπὸ εὑρήματα ἀνασκαφῶν (π.χ. στὶς πόλεις 봉산 καὶ 평양 남경 τῆς Β. Κορέας), καὶ δεύτερο λόγῳ τοῦ ὅτι ζοῦμε ἤδη μία δεκαετία στὴν Κορέα καὶ μᾶς εἶναι πιὸ οἰκεῖος ὁ τρόπος ζωῆς τῶν Κορεατῶν.

Γιὰ τὸ σὲ ποιὰ χώρα πρωτοκαλλιεργήθηκε τὸ ρύζι ὑφίστανται μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων διάφορες ἀπόψεις καὶ πολλὲς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Ἀσίας (Κίνα, Ἰαπωνία, Κορέα, Ἰνδοκίνα, Ἰνδία) διεκδικοῦν τὴν πατρότητά του. Τὸ ρύζι ἀπὸ τὴν Ἀσία διαδόθηκε στὴν Ἀφρικὴ καὶ περίπου τὸ 500-600 μ.Χ. οἱ Ἄραβες τὸ εἰσήγαγαν στὴν Ἱσπανία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διαδόθηκε στὴν ὑπόλοιπη μεσογειακὴ Εὐρώπη. Στὴν Ἑλλάδα ἡ καλλιέργεια τοῦ ρυζιοῦ ἔφτασε μᾶλλον κατὰ τὸν Μεσαίωνα.

[2]  Εἶναι ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα μας ὅτι ὁ ἅγιος Ἰννοκέντιος Βενιαμίνωφ, ὁ γνωστὸς Ρῶσσος ἱεραπόστολος τῆς Ἀλάσκας (1797-1879), ὅταν μετέφρασε τὴν Κυριακὴ Προσευχὴ στὴν γλώσσα τῶν Ἀλλεούτιων (Aleut) ἀπέδωσε τὴν λέξη ἄρτος μὲ τὴν λέξη ψάρι, γιατὶ γιὰ τοὺς Ἀλλεούτιους τὰ ψάρια, ὡς γνωστόν, εἶναι “ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος”.

[3]  Τὸ θέμα τῶν μεταφράσεων τῆς Α.Γ. στὴν κορεατικὴ εἶναι πολυσύνθετο. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὑπάρχει σήμερα μεγάλος ἀριθμὸς μεταφράσεων. Σχεδὸν ἡ κάθε χριστιανικὴ ἐκκλησία ἔχει κάνει τὴν δική της μετάφραση. Στὴν μελέτη μας κατὰ βάση χρησιμοποιοῦμε τὴν μετάφραση (공동 번역), ποὺ ἔγινε μὲ τὴν συνεργασία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν τὸ 1977 καὶ τὴν μετάφραση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔγινε τὸ 2005.

[4] Βλ. Ὠριγένους, Περὶ εὐχῆς, ΒΕΠΕΣ, 10, XXVII, 1, 279: “… ἐπεὶ δὲ πᾶσα τροφὴ ῾ἄρτος᾽ λέγεται κατὰ τὴν γραφήν”.

[5] Βλ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Περὶ τῆς ἐνσάρκου, PG 94, 1152: “Οὗτος ὁ ἄρτος ἐστίν ἡ ἀπαρχὴ τοῦ μέλλοντος ἄρτου, ὅς ἐστιν ὁ ἐπιούσιος. Τὸ γὰρ ἐπιούσιον δηλοῖ, ἤ τὸν μέλλοντα, τουτέστι τὸν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἤ τὸν πρὸς συντήρησιν τῆς οὐσίας ἡμῶν λαμβανόμενον. Εἴτε οὖν οὕτως, εἴτε οὕτως, τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα προσφυῶς λεχθήσεται”.

[6]  Γιὰ τοὺς Κορεάτες τὸ τόκ εἶναι παράλληλο τοῦ ψωμιοῦ. Γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ σὲ ὡρισμένες μεταφράσεις τῆς Α.Γ. ὑπὸ τῶν Προτεσταντῶν ἡ λέξη ἄρτος ἔχει μεταφραστεῖ μὲ τὴν λέξη τόκ.